Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rock out
01
απολαμβάνω ροκ μουσική, ξενυχτώ με ροκ
to enjoy, play, or party to rock music, punk, grunge, or heavy metal
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rock
ενεστώτας
rock out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rocks out
ενεστώτα μετοχή
rocking out
απλός αόριστος
rocked out
παθητική μετοχή
rocked out
Παραδείγματα
Everyone was rocking out during the heavy metal set.
Όλοι διασκέδαζαν κατά τη διάρκεια του σετ heavy metal.



























