Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to party up
01
πάω σε πάρτι, γιορτάζω
to attend or engage in a party; to celebrate with others
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
party
ενεστώτας
party up
γ΄ ενικό πρόσωπο
parties up
ενεστώτα μετοχή
partying up
απλός αόριστος
partied up
παθητική μετοχή
partied up
Παραδείγματα
Let's party up this weekend!
Ας γιορτάσουμε αυτό το Σαββατοκύριακο!



























