Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to party up
01
πάω σε πάρτι, γιορτάζω
to attend or engage in a party; to celebrate with others
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
party
ενεστώτας
party up
γ΄ ενικό πρόσωπο
parties up
ενεστώτα μετοχή
partying up
απλός αόριστος
partied up
παθητική μετοχή
partied up
Παραδείγματα
He loves to party up with friends on Fridays.
Του αρέσει να κάνει πάρτι με φίλους τις Παρασκευές.



























