spun
spun
spʌn
span
spurn

Ορισμός και σημασία του "spun"στα αγγλικά

01

στουκωμένος, ενθουσιασμένος

experiencing a state of being high on methamphetamine, often hyperactive, jittery, or restless 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spun
συγκριτικός βαθμός
more spun
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's been spun all night after snorting meth. 

Ήταν φτιαγμένος όλη τη νύχτα αφού έκανε χρήση μεθαμφεταμίνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store