blissed up
blissed
blɪst
blist
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "blissed up"στα αγγλικά

blissed up
01

σε έκσταση, στουκωμένος

feeling extremely happy or euphoric, sometimes due to being high on drugs 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blissed up
συγκριτικός βαθμός
more blissed up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was blissed up after smoking with his friends. 

Ήταν blissed up αφού κάπνισε με τους φίλους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store