Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pregame
01
προ-πίνω, προετοιμάζομαι πίνοντας
to drink alcohol before attending an event or party
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pregame
γ΄ ενικό πρόσωπο
pregames
ενεστώτα μετοχή
pregaming
απλός αόριστος
pregamed
παθητική μετοχή
pregamed
Παραδείγματα
We were pregaming quietly before the festival crowd arrived.
Προπίναμε ήσυχα πριν φτάσει το πλήθος του φεστιβάλ.
Λεξικό Δέντρο
pregame
game



























