to vape
vape
veɪp
veip
rapetapegapenape

Ορισμός και σημασία του "vape"στα αγγλικά

to vape
01

βαπτίζω, καπνίζω ηλεκτρονικό τσιγάρο

to inhale vaporized drugs or nicotine, typically using a vape pen or e-cigarette 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vape
γ΄ ενικό πρόσωπο
vapes
ενεστώτα μετοχή
vaping
απλός αόριστος
vaped
παθητική μετοχή
vaped
Παραδείγματα
He vaped some THC before heading to the party. 

Άτμισε λίγη THC πριν πάει στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store