Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vape
01
βαπτίζω, καπνίζω ηλεκτρονικό τσιγάρο
to inhale vaporized drugs or nicotine, typically using a vape pen or e-cigarette
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vape
γ΄ ενικό πρόσωπο
vapes
ενεστώτα μετοχή
vaping
απλός αόριστος
vaped
παθητική μετοχή
vaped
Παραδείγματα
We were vaping quietly when someone knocked on the door.
Βέιπαραμε ήσυχα όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα.
Λεξικό Δέντρο
vapor
vape



























