Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Speedball
01
speedball, μείγμα κοκαΐνης και ηρωίνης
a mixture of cocaine and heroin taken together for combined stimulant and depressant effects
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speedballs
Παραδείγματα
He was caught using a speedball at the party.
Πιάστηκε να χρησιμοποιεί speedball στο πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
speedball
speed
ball



























