vic
vic
vɪk
vik
sicpictichick

Ορισμός και σημασία του "vic"στα αγγλικά

01

ένα δισκίο οπιοειδούς, ένα χάπι οπιοειδούς

a tablet containing an opioid such as hydrocodone, morphine, codeine, or methadone, often used recreationally 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vics
Παραδείγματα
He took a vic to calm his pain after the surgery. 

Πήρε ένα βικ για να ηρεμήσει τον πόνο του μετά την επέμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vicious
vic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store