geeked
geeked
gi:kt
gikt

Ορισμός και σημασία του "geeked"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, εξαιρετικά ενθουσιασμένος

excited, hyped, or highly engaged, often in gaming, sports, or music contexts 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most geeked
συγκριτικός βαθμός
more geeked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I'm geeked to present my ideas to the team. 

Είμαι ενθουσιασμένος να παρουσιάσω τις ιδέες μου στην ομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store