depressoid
dep
ˈdɪp
dip
re
re
ssoid
sɔɪd
soyd

Ορισμός και σημασία του "depressoid"στα αγγλικά

depressoid
01

λίγο καταθλιπτικός, λίγο χαμηλός

feeling somewhat down, low, or mildly depressed, often used playfully 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most depressoid
συγκριτικός βαθμός
more depressoid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I'm feeling a bit depressoid after that long week. 

Νιώθω λίγο καταθλιπτικός μετά από εκείνη τη μεγάλη εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store