Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unglued
01
έχασε την ψυχραιμία του, βγήκε από τα ρούχα του
mentally unbalanced, extremely upset, or losing control emotionally
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unglued
συγκριτικός βαθμός
more unglued
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, mental state, behavior
Παραδείγματα
He was calm at first, then came unglued during the argument.
Στην αρχή ήταν ήρεμος, στη συνέχεια έχασε τον έλεγχο κατά τη διάρκεια της διαμάχης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unglued
glued
glue



























