bare minimum monday
bare
ˈbeə
μπε
mi
μι
ni
νι
mum
məm
μαμ
mon
mʌn
μαν
day
deɪ
ντει
BMM

Ορισμός και σημασία του "bare minimum Monday"στα αγγλικά

Bare minimum Monday
01

δεύτερο ελάχιστο, δεύτερο του ελάχιστου

the practice of doing only the minimal required work on Mondays at the start of the workweek 
neologism
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bare minimum Mondays
Παραδείγματα
It's a bare minimum Monday, so I'm just handling the essentials. 

Είναι μια ελάχιστη Δευτέρα, οπότε ασχολούμαι μόνο με τα απαραίτητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store