to sock away
sock
ˈsɒk
σοκ
a
ə
α
way
weɪ
ουει

Ορισμός και σημασία του "sock away"στα αγγλικά

to sock away
01

αποταμιεύω, αφήνω στην άκρη

to save or set aside money or resources for future use 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
sock
ενεστώτας
sock away
γ΄ ενικό πρόσωπο
socks away
ενεστώτα μετοχή
socking away
απλός αόριστος
socked away
παθητική μετοχή
socked away
Παραδείγματα
I've been socking away cash for years to buy a house. 

Αποταμίευα χρήματα για χρόνια για να αγοράσω ένα σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store