Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sock away
01
αποταμιεύω, αφήνω στην άκρη
to save or set aside money or resources for future use
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
sock
ενεστώτας
sock away
γ΄ ενικό πρόσωπο
socks away
ενεστώτα μετοχή
socking away
απλός αόριστος
socked away
παθητική μετοχή
socked away
Παραδείγματα
We should start socking away a little each month for retirement.
Πρέπει να αρχίσουμε να αποταμιεύουμε λίγο κάθε μήνα για τη σύνταξη.



























