Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sock away
01
αποταμιεύω, αφήνω στην άκρη
to save or set aside money or resources for future use
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
sock
ενεστώτας
sock away
γ΄ ενικό πρόσωπο
socks away
ενεστώτα μετοχή
socking away
απλός αόριστος
socked away
παθητική μετοχή
socked away
Παραδείγματα
I've been socking away cash for years to buy a house.
Αποταμίευα χρήματα για χρόνια για να αγοράσω ένα σπίτι.



























