Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doomer
01
ηττοπαθής, χρονικός απαισιόδοξος
a pessimistic or depressive person who expects the worst in life
Παραδείγματα
He calls himself a doomer, but he still goes out every day.
Αυτός ονομάζει τον εαυτό του doomer, αλλά βγαίνει ακόμα κάθε μέρα.
Λεξικό Δέντρο
doomer
doom



























