doomer
Pronunciation
/dˈuːmɚ/

Ορισμός και σημασία του "doomer"στα αγγλικά

01

ηττοπαθής, χρονικός απαισιόδοξος

a pessimistic or depressive person who expects the worst in life
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doomers
Παραδείγματα
He calls himself a doomer, but he still goes out every day.
Αυτοαποκαλείται ντούμερ, αλλά ακόμα βγαίνει έξω κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store