tryhard
try
ˈtraɪ
trai
hard
hɑ:d
haad
try-hard
try hard

Ορισμός και σημασία του "tryhard"στα αγγλικά

01

προσπαθητής, υπερβολικός

someone who overexerts to impress others, often appearing desperate or awkward 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tryhards
Παραδείγματα
He's such a tryhard, always showing off online. 

Είναι τόσο υπερβάλλων

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store