meathead
meat
mit
mit
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "meathead"στα αγγλικά

01

μυώδης ηλίθιος, κέφαλο με μύες

a stupid, muscle-bound, or dim-witted person 
meathead definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
meatheads
Παραδείγματα
The gym is full of meatheads who grunt loudly while lifting weights. 

Το γυμναστήριο είναι γεμάτο κρεατοκέφαλους που γρυλίζουν δυνατά ενώ σηκώνουν βάρη.

02

κεφάλι κρέατος, στρατιωτικός αστυνομικός

(Canada) a Canadian Forces Military Police member 
αργκό
Παραδείγματα
The meathead inspected our base today. 

Ο meathead επιθεώρησε τη βάση μας σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

meathead

meat

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store