meathead
Pronunciation
/mˈiːthɛd/

Ορισμός και σημασία του "meathead"στα αγγλικά

01

μυώδης ηλίθιος, κέφαλο με μύες

a stupid, muscle-bound, or dim-witted person
meathead definition and meaning
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meatheads
Παραδείγματα
Stop being such a meathead and think before you speak.
Σταμάτα να είσαι τέτοιος ηλίθιος και σκέψου πριν μιλήσεις.
02

κεφάλι κρέατος, στρατιωτικός αστυνομικός

(Canada) a Canadian Forces Military Police member
slang
Παραδείγματα
The meathead patrolled the area all night.
Ο meathead περιπολούσε την περιοχή όλη τη νύχτα.

Λεξικό Δέντρο

meathead

meat

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store