jacked
jacked
ʤækt
jākt
Trachtpackedbackedwacked

Ορισμός και σημασία του "jacked"στα αγγλικά

01

μυώδης, σούπερ μυώδης

very muscular and physically strong, often from intense weight training 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jacked
συγκριτικός βαθμός
more jacked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's totally jacked after bulking all winter. 

Είναι τελείως σμιλεμένος μετά από όλο τον χειμώνα που έκανε όγκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store