drowning
drow
ˈdraʊ
draw
ning
nɪng
ning
droppingdroopingdrainingdrowsing
drownin'

Ορισμός και σημασία του "drowning"στα αγγλικά

01

ξεπερασμένος, αποτυχημένος στυλ

unfashionable or poorly styled 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drowning
συγκριτικός βαθμός
more drowning
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, appearance, evaluation
Παραδείγματα
That outfit is drowning; you need a better fit. 

Αυτή η στολή πνίγεται· χρειάζεσαι καλύτερη εφαρμογή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

drowning
drown
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store