duckface
duck
ˈdʌk
ντακ
face
feɪs
φεισ
fuckface
duck-face

Ορισμός και σημασία του "duckface"στα αγγλικά

01

πρόσωπο πάπιας, μούρη πάπιας

a facial expression, usually for selfies, in which the lips are pursed outward to resemble a duck's beak 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
duckfaces
Παραδείγματα
She posted a selfie making a duckface. 

Δημοσίευσε ένα selfie κάνοντας πρόσωπο πάπιας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

duckface

duck

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store