clapped
clapped
klæpt
κλαιπτ
/klˈæpt/

Ορισμός και σημασία του "clapped"στα αγγλικά

01

άσχημος, μη ελκυστικός

ugly or unattractive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clapped
συγκριτικός βαθμός
more clapped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Do n't worry, we've all had clapped days.
Μην ανησυχείς, όλοι είχαμε άσχημες μέρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store