clapped
clapped
klæpt
klāpt
cappedclippedchapped

Ορισμός και σημασία του "clapped"στα αγγλικά

01

άσχημος, μη ελκυστικός

ugly or unattractive 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clapped
συγκριτικός βαθμός
more clapped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He looked clapped after the long week. 

Φαινόταν άσχημος μετά τη μακρά εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store