whole meal
whole
həʊl
χεουλ
meal
mi:l
μιλ
wholemeal
meal

Ορισμός και σημασία του "whole meal"στα αγγλικά

01

ένα πλήρες γεύμα, ένα γλέντι

a person who is extremely attractive or appealing 
whole meal definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whole meals
Παραδείγματα
Wow, did you see her outfit tonight? She's a whole meal. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store