clapback
clap
ˈklæp
klāp
back
ˌbæk
bāk
clawback

Ορισμός και σημασία του "clapback"στα αγγλικά

01

αστραφτερή απάντηση, ευφυής απάντηση

a sharp or witty reply to criticism or insult 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clapbacks
Παραδείγματα
His clapback to the rude comment was hilarious. 

Η οξεία απάντησή του στο αγενές σχόλιο ήταν ξεκαρδιστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clapback

clap

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store