Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rip on
01
κοροϊδεύω, χλευάζω
to mock or ridicule someone, often playfully but sometimes harshly
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
rip
ενεστώτας
rip on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rips on
ενεστώτα μετοχή
ripping on
απλός αόριστος
ripped on
παθητική μετοχή
ripped on
Παραδείγματα
I 'll rip on him if he shows up in that outfit.
Θα χλευάσω αν εμφανιστεί με αυτή τη στολή.



























