Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to neg
01
υποτίθεται λεπτά, υπονομεύω την αυτοπεποίθηση
to subtly insult or undermine someone to lower their confidence, often to manipulate or gain favor
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
neg
γ΄ ενικό πρόσωπο
negs
ενεστώτα μετοχή
negging
απλός αόριστος
negged
παθητική μετοχή
negged
Παραδείγματα
He tried to neg her by commenting on her outfit.
Προσπάθησε να την υποτιμήσει σχολιάζοντας την ενδυμασία της.
Λεξικό Δέντρο
negative
neg



























