Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boss up
[phrase form: boss]
01
να πάρει τον έλεγχο, να δρα με αυτοπεποίθηση και εξουσία
to take charge of one's life or situation, often improving it with confidence and authority
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
boss
ενεστώτας
boss up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosses up
ενεστώτα μετοχή
bossing up
απλός αόριστος
bossed up
παθητική μετοχή
bossed up
Παραδείγματα
They bossed up, leading the team to victory.
Αυτοί πήραν τον έλεγχο, οδηγώντας την ομάδα στη νίκη.



























