word vomit
word
ˈwɜ:d
vēd
vo
vo
mit
mɪt
mit

Ορισμός και σημασία του "word vomit"στα αγγλικά

01

λεκτικό εμετό, λεκτική έκχυση

speech that comes out without thinking, often excessive, awkward, or triggered by nerves, alcohol, or strong emotions 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I got nervous during the interview and ended up with total word vomit. 

Αγχώθηκα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και κατέληξα με ακατάσχετη φλυαρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store