to screw around
screw
skru:
skroo
a
ə
ē
round
ˈraʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "screw around"στα αγγλικά

to screw around
01

αγκαλιάζομαι και φιλιέμαι, χάφτω

to make out or engage in sexual activity without full intercourse 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
screw
ενεστώτας
screw around
γ΄ ενικό πρόσωπο
screws around
ενεστώτα μετοχή
screwing around
απλός αόριστος
screwed around
παθητική μετοχή
screwed around
Παραδείγματα
They screw around at parties sometimes. 

Μερικές φορές φιλιούνται στα πάρτι.

02

σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω

to waste time, dawdle, or play idly 
Παραδείγματα
Stop screwing around and finish your homework. 

Σταμάτα να σπαταλάς χρόνο και τελείωσε την εργασία σου.

03

κάνω σεξ με όλους, έχω περιπέτειες

to have casual sex with multiple people 
Παραδείγματα
He screws around every weekend. 

Αυτός κάνει σεξ με όποιον κάθε Σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store