Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to screw around
01
αγκαλιάζομαι και φιλιέμαι, χάφτω
to make out or engage in sexual activity without full intercourse
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
screw
ενεστώτας
screw around
γ΄ ενικό πρόσωπο
screws around
ενεστώτα μετοχή
screwing around
απλός αόριστος
screwed around
παθητική μετοχή
screwed around
Παραδείγματα
They will screw around if no one interrupts.
Θα φιλιούνται και θα χάιδευονται αν κανείς δεν διακόψει.
02
σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω
to waste time, dawdle, or play idly
Παραδείγματα
I ca n't afford to screw around when deadlines are close.
Δεν μπορώ να αντέξω να σπαταλώ χρόνο όταν πλησιάζουν οι προθεσμίες.
03
κάνω σεξ με όλους, έχω περιπέτειες
to have casual sex with multiple people
Παραδείγματα
He will probably screw around if he stays single.
Πιθανότατα θα κάνει σεξ με όλους αν παραμείνει μόνος.



























