Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come on to
01
φλερτάρω, κάνω πέσιμο
to make a sexual or romantic advance toward someone, often flirtatiously
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes on to
ενεστώτα μετοχή
coming on to
απλός αόριστος
came on to
παθητική μετοχή
come on to
Παραδείγματα
She noticed he was coming on to her all night.
Παρατήρησε ότι την φλέρταρε όλο το βράδυ.



























