to come on to
come
kʌm
kam
on
ɒn
on
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "come on to"στα αγγλικά

to come on to
01

φλερτάρω, κάνω πέσιμο

to make a sexual or romantic advance toward someone, often flirtatiously 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes on to
ενεστώτα μετοχή
coming on to
απλός αόριστος
came on to
παθητική μετοχή
come on to
Παραδείγματα
He tried to come on to her at the party. 

Προσπάθησε να την φλερτάρει στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store