Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
facebook official
01
επίσημο στο Facebook, επίσημη σχέση στο Facebook
describing a romantic relationship that has been publicly confirmed on Facebook
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He joked about going Facebook official but shared the post anyway.
Αστειεύτηκε για το να γίνει επίσημος στο Facebook αλλά μοιράστηκε την ανάρτηση ούτως ή άλλως.



























