Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boo'd up
01
σε σχέση, ερωτευμένος
in a romantic relationship; coupled with a partner, often in an affectionate or cozy way
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boo'd up
συγκριτικός βαθμός
more boo'd up
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
relationships, social, affection
Παραδείγματα
She's all boo'd up now, can't relate.



























