boo'd up
Pronunciation
/bˈuːd ˈʌp/
booed up

Ορισμός και σημασία του "boo'd up"στα αγγλικά

01

σε σχέση, ερωτευμένος

in a romantic relationship; coupled with a partner, often in an affectionate or cozy way
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boo'd up
συγκριτικός βαθμός
more boo'd up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I do n't want to be boo'd up yet; I'm enjoying being single.
Δεν θέλω να είμαι σε σχέση ακόμα· απολαμβάνω να είμαι ελεύθερος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store