Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oneitis
01
ερωτική εμμονή, αποκλειστική εμμονή
an intense romantic or sexual fixation on a single person, often to the exclusion of considering other potential partners
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oneitises
Παραδείγματα
He's got oneitis for that girl from work and won't even talk to anyone else.
Έχει ονάιτις για εκείνη τη κοπέλα από τη δουλειά και δεν θα μιλήσει καν σε κανέναν άλλον.



























