twunk
Pronunciation
/twˈʌŋk/

Ορισμός και σημασία του "twunk"στα αγγλικά

01

ένας νέος, λεπτός gay άνδρας με μυϊκή σωματοδομή

a young, slim gay man with a well-developed, muscular physique
twunk definition and meaning
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twunks
Παραδείγματα
That twunk vibe is perfect for summer beach parties.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store