twunk
twunk
twʌnk
tvank
trunktwinkthunk

Ορισμός και σημασία του "twunk"στα αγγλικά

01

ένας νέος, λεπτός gay άνδρας με μυϊκή σωματοδομή

a young, slim gay man with a well-developed, muscular physique 
twunk definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
twunks
αρσενικό ενικό
twunk
neutral form
person
Παραδείγματα
That twunk caught everyone's attention at the gym. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store