Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cobblers
01
αρχίδια, όρχεις
a man's testicles (from Cockney rhyming slang: cobbler's awl rhymes with ball)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cobblers
02
ανοησίες, ασυναρτησίες
(Cockney rhyming slang) something that is untrue, silly, or ridiculous
αργκό
Παραδείγματα
That excuse is pure cobblers.
Αυτή η δικαιολογία είναι καθαρή ανοησία.



























