Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to suck up
[phrase form: suck]
01
απορροφώ, αναρροφώ
to draw liquid or moisture into something by creating a vacuum or suction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
suck
ενεστώτας
suck up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sucks up
ενεστώτα μετοχή
sucking up
απλός αόριστος
sucked up
παθητική μετοχή
sucked up
Παραδείγματα
The paper towel sucked up the coffee that had spilled on the table.
Η χαρτοπετσέτα απορρόφησε τον καφέ που είχε χυθεί στο τραπέζι.



























