Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Long-distance relationship
01
σχέση από απόσταση, μακρινή σχέση
a romantic relationship in which the partners live far apart and cannot meet frequently in person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
long-distance relationships
Παραδείγματα
They managed to keep their long-distance relationship strong despite the miles between them.
Κατάφεραν να κρατήσουν τη σχέση από απόσταση τους δυνατή παρά τα μίλια μεταξύ τους.
LanGeek



























