at-will
at
æt
āt
will
wɪl
vil
instillsevilledistillfulfill

Ορισμός και σημασία του "at-will"στα αγγλικά

01

κατά βούληση, χωρίς δέσμευση

able to be ended or changed at any time by either side without notice or cause 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, law, agreements
Παραδείγματα
She was hired as an at-will employee, meaning she could be dismissed without cause. 

Προσλήφθηκε ως υπάλληλος κατά βούληση, που σημαίνει ότι μπορούσε να απολυθεί χωρίς αιτία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store