lone parent
lone
ˈləʊn
lewn
pa
peə
pe
rent
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "lone parent"στα αγγλικά

01

μονός γονέας, απλός γονέας

a person who raises a child or children without a spouse or partner 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lone parents
Παραδείγματα
She's a lone parent raising two kids on her own. 

Είναι ένας μονός γονέας που μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store