Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pivotable
01
περιστρεφόμενος, με δυνατότητα αλλαγής κατεύθυνσης
capable of changing direction or position easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pivotable
συγκριτικός βαθμός
more pivotable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pivotable design improves usability.
Ο περιστρεφόμενος σχεδιασμός βελτιώνει τη χρηστικότητα.
Λεξικό Δέντρο
pivotable
pivot



























