pivotable
pi
ˈpɪ
pi
vo
ta
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "pivotable"στα αγγλικά

01

περιστρεφόμενος, με δυνατότητα αλλαγής κατεύθυνσης

capable of changing direction or position easily 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pivotable
συγκριτικός βαθμός
more pivotable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The screen is mounted on a pivotable arm. 

Η οθόνη είναι τοποθετημένη σε έναν περιστρεφόμενο βραχίονα.

Λεξικό Δέντρο

pivotable
pivot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store