Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pivotable
01
περιστρεφόμενος, με δυνατότητα αλλαγής κατεύθυνσης
capable of changing direction or position easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pivotable
συγκριτικός βαθμός
more pivotable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, function, design
Παραδείγματα
The screen is mounted on a pivotable arm.
Η οθόνη είναι τοποθετημένη σε έναν περιστρεφόμενο βραχίονα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pivotable
pivot



























