Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trendily
01
μοντέρνα, trendy
in a way that follows or reflects the latest fashion, trends, or popular styles
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The café was decorated trendily with exposed brick and Edison bulbs.
Το καφέ ήταν διακοσμημένο με τα τελευταία της μόδας με εκτεθειμένα τούβλα και λάμπες Edison.
Λεξικό Δέντρο
trendily
trendy
trend



























