telepresence
te
ˈtɛ
te
lep
ləp
lēp
re
re
sence
zəns
zēns
tele-presence

Ορισμός και σημασία του "telepresence"στα αγγλικά

01

τηλεπαρουσία, απομακρυσμένη παρουσία

technology that allows people to control devices or join events from a distance by creating a realistic virtual experience 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Engineers use telepresence to operate machines in dangerous places. 

Οι μηχανικοί χρησιμοποιούν τηλεπαρουσία για τη λειτουργία μηχανημάτων σε επικίνδυνα μέρη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store