Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coat
01
παλτό, σακάκι
a piece of clothing with long sleeves, worn outdoors and over other clothes to keep warm or dry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coats
Παραδείγματα
He buttoned up his coat to keep out the chilly wind.
Κούμπωσε το παλτό του για να προστατευτεί από τον κρύο άνεμο.
02
τρίχωμα, γούνα
the natural covering of hair, wool, or fur on an animal
Παραδείγματα
The dog's coat was thick and shiny.
Το τρίχωμα του σκύλου ήταν πυκνό και γυαλιστερό.
03
στρώμα, επίστρωση
a thin layer or covering applied to a surface
Παραδείγματα
She applied a coat of paint to the wall.
Εφάρμοσε ένα στρώμα χρώματος στον τοίχο.
to coat
01
επικαλύπτω, καλύπτω
to put a substance over the surface of something, often as a covering
Transitive: to coat a surface with a substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coat
γ΄ ενικό πρόσωπο
coats
ενεστώτα μετοχή
coating
απλός αόριστος
coated
παθητική μετοχή
coated
Παραδείγματα
The carpenter decided to coat the wooden furniture with a layer of protective varnish.
Ο ξυλουργός αποφάσισε να επικαλύψει τα ξύλινα έπιπλα με ένα στρώμα προστατευτικής βερνίκι.
02
επικαλύπτω, επιχρίω
(of a substance) to cover the surface something
Transitive: to coat a surface
Παραδείγματα
After the construction work, a layer of sawdust coated the entire workshop.
Μετά από τις εργασίες κατασκευής, ένα στρώμα πριονιδιού κάλυψε ολόκληρο το εργαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
overcoat
undercoat
coat



























