Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coastline
01
ακτογραμμή, ακτή
the boundary between land and water, particularly as seen on a map or from above
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coastlines
Παραδείγματα
The rugged coastline stretched for miles.
Η ανώμαλη ακτογραμμή εκτεινόταν για μίλια.
Λεξικό Δέντρο
coastline
coast
line



























