Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coastline
01
ακτογραμμή, ακτή
the boundary between land and water, particularly as seen on a map or from above
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coastlines
Παραδείγματα
Tourists admired the beauty of the Mediterranean coastline.
Οι τουρίστες θαύμασαν την ομορφιά της ακτής της Μεσογείου.
Λεξικό Δέντρο
coastline
coast
line



























