tanker plane
tan
ˈtæn
tān
ker
plane
pleɪn
plein

Ορισμός και σημασία του "tanker plane"στα αγγλικά

01

αεροπλάνο-δεξαμενή, αεροπλάνο ανεφοδιασμού

a large aircraft that carries fuel and refuels other planes in the air 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tanker planes
Παραδείγματα
A tanker plane flew in to refuel the fighter jets. 

Ένα αεροσκάφος-δεξαμενή πέταξε για να ανεφοδιάσει τα μαχητικά αεροσκάφη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store