seaplane
sea
ˈsi:
si
plane
pleɪn
plein

Ορισμός και σημασία του "seaplane"στα αγγλικά

01

υδροπλάνο, αμφίβιο αεροσκάφος

an aircraft designed to take off from and land on water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seaplanes
Παραδείγματα
The seaplane glided smoothly onto the lake's surface. 

Το υδροπλάνο γλίστρησε ομαλά στην επιφάνεια της λίμνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seaplane

sea

+

plane

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store