Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shade out
01
σκιάζω, δημιουργώ σκιά
to prevent other plants from getting enough sunlight by covering them with shade, which stops or slows their growth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
shade
ενεστώτας
shade out
γ΄ ενικό πρόσωπο
shades out
ενεστώτα μετοχή
shading out
απλός αόριστος
shaded out
παθητική μετοχή
shaded out
Παραδείγματα
In the dense forest, large trees often shade out new seedlings.
Στο πυκνό δάσος, τα μεγάλα δέντρα συχνά σκιάζουν τα νέα φυντάνια.



























