fuel tank
fuel
fju:əl
fyooēl
tank
tænk
tānk

Ορισμός και σημασία του "fuel tank"στα αγγλικά

01

δεξαμενή καυσίμων, καυστήρας

a container designed to store gasoline, diesel, or oil for use in vehicles or machinery 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuel tanks
Παραδείγματα
The car's fuel tank was nearly empty, so I stopped at the nearest gas station. 

Η δεξαμενή καυσίμων του αυτοκινήτου ήταν σχεδόν άδεια, γι' αυτό σταμάτησα στο πλησιέστερο βενζινάδικο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store